γίγγρας

γίγγρ-ας, ου, ,
A small Phoenician flute or fife, of a high pitch and plaintive tone, Amphis14 (from Γίγγρης, Phoenician name for Adonis, Ath.4.174f):—also [full] γίγγρος

αὐλός Antiph.108

, Men.259: [full] γίγγρον, Hsch.
2 its music, TryphoFr.109 V.; dance to its tune, Poll.4.102.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γίγγρας — γίγγρας, ο (Α) 1. μικρός φοινικικός αυλός ή φλογέρα που παράγει οξείς και λυπητερούς τόνους 2. ο ήχος τού οργάνου. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού γίγγρος*) …   Dictionary of Greek

  • γίγγρας — γίγγρᾱς , γίγγρας small Phoenician flute masc acc pl γίγγρᾱς , γίγγρας small Phoenician flute masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γίγγρην — γίγγρας small Phoenician flute masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γίγγραν — γίγγρᾱν , γίγγρας small Phoenician flute masc acc sg (attic epic doric aeolic) γίγγρας small Phoenician flute masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • GINGRAS sive GINGRIS — GINGRAS, sive GINGRIS etiam GINGROS, tibia, a Phoenicibus excogitata, Phrygiae similis, qua et Cares usos prodidêre, inprimis apta funeribus. Nam Phoenices Adonim Gingram vocabant, in cuius luctu illam ad cantum accomodabant: sicut affini voce… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γίγγρος — γίγγρος, ο (Α) φρ. «γίγγρος αὐλός» ο γίγγρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθανώς πρόκειται για εκφραστικό αναδιπλασιασμένο σχηματισμό *γιρ γρ ο με ανομοίωση (πρβλ. γήρυς, γερανός, λατ. gingriō)] …   Dictionary of Greek

  • διαγιγγράζω — (Α) χορδίζω μουσικό όργανο 2. μτφ. (για μάγειρο) παρασκευάζω με τέχνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + γιγγράς «μικρός αυλός»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.